Μ. Ρίζου: «Καιρός να προχωρήσουμε»

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ,

Εχει μια μεταδοτική χαρά που σε παρασύρει με το «καλημέρα». Και ακόμα, καλό χιούμορ και αυτοσαρκαστική διάθεση. Αυτά από κοντά. Στη σκηνή, η Μαρίζα Ρίζου μεταμορφώνεται σε μια εκρηκτική περσόνα που ξεσηκώνει και τον πιο δύσκολο θεατή. Σε ρυθμούς τζαζ, είτε τραγουδά τα δικά της κομμάτια, είτε το «Meglio Stasera». Ανάλαφρο από τα χείλη της και το «Ιστορία μου αμαρτία μου», χωρίς τον λαϊκό νταλκά της Ρίτας Σακελλαρίου. Και το μελαγχολικό «Πόσο λυπάμαι» του Κώστα Γιαννίδη, πλημμυρισμένο με απενοχοποιημένη αισιοδοξία.

Είκοσι επτά ετών, με ένα μόνο δίσκο πίσω του, το κορίτσι αυτό μπήκε ορμητικά πριν από δύο χρόνια στο Διαδίκτυο. Στίχους και μελωδίες έγραφε από το Δημοτικό. «Κάτι απαράδεκτα τραγούδια. Βασάνιζα την ξαδέρφη μου να κάνουμε χορευτικά για να τα συνοδεύουμε». Φλέρταρε με τον λαϊκό καημό παρά με το νεανικό ροκ. Για του λόγου το αληθές αρχίζει να μου τραγουδάει ένα από εκείνα τα κομμάτια στο καφέ όπου συναντηθήκαμε. Από το διπλανό τραπέζι, δύο νεαροί που κρυφακούν, κρέμονται από τα χείλη της. Είναι φανερό πως μάλλον ήταν η χαρά των σπιτιού. «Στο πατρικό μου πάντα χόρευα, αλλά έτσι είναι και η μαμά. Δεν καθόταν ποτέ. Μαγείρευε και χόρευε».

Ο μπαμπάς από την Αρτα, η μαμά από την Κύπρο, η ίδια μεγάλωσε στην Αθήνα (Νέο Ηράκλειο), ενώ πρόσφατα έκανε την επανάστασή της όπως λέει, «μετακομίζοντας στη Μεταμόρφωση», κοντά στους δικούς της.
Βαριόταν τα κλασικά κομμάτια στα μαθήματα πιάνου. Αλλωστε αυτό που την ένοιαζε πάνω απ’ όλα τότε, ήταν το κέφι της παρέας. Το σχολείο, οι καθηγητές, οι συμμαθητές την έσπρωχναν στη μουσική. «Μόνο οι γονείς μου δεν είχαν την ίδια γνώμη». Ομως, όσο διηγείται τη ζωή της είναι φανερό πως μεγάλωσε σε φιλικό και χαρούμενο περιβάλλον όπου συνυπήρχαν ο Μιχάλης Βιολάρης, η άσιντ τζαζ και οι θορυβώδεις ροκ επιλογές της αδερφής της. «Αλλά εγώ ήμουν στον κόσμο της Μπρίτνεϊ Σπίαρς και του Τριαντάφυλλου».

Μεγαλώνοντας χωρίς ταμπέλες και στερεότυπα καταλαβαίνεις πώς καταφέρνει στα λάιβ της και ενώνει Αρίθα Φράνκλιν, Νίνα Σιμόν και Ελα Φιτζέραλντ με Στράτο Διονυσίου, Σοφία Βέμπο και Μανώλη Χιώτη.
Τελειώνοντας το σχολείο το 2004, πολλοί τη συμβούλευαν να στραφεί στη Νομική. Εκείνη ξετρελαινόταν με τις διαφημίσεις κοινωνικού περιεχομένου που έβλεπε στο Διαδίκτυο. Κι έτσι έβαλε στόχο να αλλάξει την κοινωνία μέσω της διαφήμισης. Σπούδασε στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου αλλά ξεκαθαρίζει ότι δεν είχε στόχο να γίνει δημοσιογράφος. «Δεν είχα το πάθος του ρεπόρτερ». Είχε όμως άνεση χρόνου λόγω καταλήψεων. Ετσι έπιασε δουλειά σε μεγάλη διαφημιστική της εποχής. Σε δύο χρόνια είχε σοκαριστεί αρκετά από τον κυνισμό του χώρου. «Δεν μπορούσα να επιβιώσω και δεν κατάλαβα αν τελικά ήμουν τόσο επαναστάτρια ή φλώρος». Ευτυχώς πήρε το πτυχίο της.

Ηταν αναμενόμενο αυτό το χαρούμενο πλάσμα που μου έφτιαξε το πρωινό να μην ακολουθήσει τον αναμενόμενο δρόμο της δισκογραφίας. «Εγινα γνωστή διαδικτυακά». Η διασκευή στην «Μπόσα νόβα του Ησαΐα» του Φοίβου Δεληβοριά της άνοιξε τον δρόμο μαζί με την ποπ πλευρά της τζαζ. «Ηθελα να φέρω αυτή τη μουσική στον ελληνικό ήχο και στα δικά μου μέτρα. Εχω τρέλα για παράδειγμα με τον Μάικλ Μπουμπλέ. Πολλοί τον θεωρούν φλώρο, σαν δεν ντρέπονται. Εγώ έφτασα στην Μαδρίτη για να δω πώς κάνει τα σόου. Ηταν 17.000 στο γήπεδο, σαν μια παρέα. Να τι θαύμασα περισσότερο σ’ αυτόν».

Η διασκευή του τραγουδιού του Φοίβου Δεληβοριά ταξίδεψε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε κάποιους φίλους, πριν το «τσιμπήσουν» τα ραδιόφωνα. Η ιδέα του δίσκου ήρθε στην πορεία. Χρειάστηκαν τρεις μέρες και περίπου 3.000 ευρώ για να πληρωθούν οι μουσικοί και τα απαραίτητα. Υστερα, οι εταιρείες που την αγνόησαν στην αρχή, άρχισαν να την προσεγγίζουν. Λέει πως γράφει «και μουσικές για κάποιες διαφημίσεις για να μπορώ να σταθώ. Πονάει πολύ να σε συντηρεί ο γονιός στα 27 σου. Συχνά νιώθω τύψεις, ακόμη και όταν μου στέλνουν φαγητό».

Με κάθε μουσική σχολή

Εχει ανοιχτή ματιά, φλερτάρει με κάθε μουσική σχολή, βάζοντας το δικό της ηχόχρωμα. «Η μιζέρια, η ηττοπάθεια και το κλάμα για ό,τι έγινε σε κρατάει σε ένα σημείο. Είμαι αυτό που δείχνω. Και υπάρχουν πολλοί νέοι δημιουργοί που κινούνται έτσι, όπως η Φαφούτη, η Κατερίνα Ντούσκα και άλλα παιδιά».

Τώρα ετοιμάζεται για τις συναυλίες του καλοκαιριού και τον δεύτερο δίσκο της που θα κυκλοφορήσει τέλος του χρόνου. Τον Σεπτέμβριο θα ακούσουμε ένα κομμάτι που της έγραψε ο Γιάννης Χριστοδουλόπουλος και τραγουδά με τον Πάνο Μουζουράκη. Την αγαπήσαμε μέσα από το σουίνγκ, αλλά τώρα φλερτάρει με τους ήχους της λάτιν και του μπαντονεόν.

Οι στίχοι της και πάλι γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. «Τη μουσική τη χρησιμοποιώ για λύτρωση κι όχι για να καταγγείλω καταστάσεις. Οπως και στις παρέες μου δεν συζητάω αχ το κακό που πάθαμε, αλλά πώς θα βγούμε απ’ αυτό. Αρκετά κλάψαμε τον μακαρίτη, καιρός να δούμε πώς θα προχωρήσουμε, πώς θα διορθώσουμε τα άσχημα».

kathimerini.gr

Σχετικά Άρθρα

Η Ελένη Τσαλιγοπούλου στο Άλσος Βεΐκου

Η Ελένη Τσαλιγοπούλου ανεβαίνει απόψε στη σκηνή του θεάτρου του Άλσους Βεΐκου με τους boğaz musique για μία συναυλία με ελεύθερη είσοδο...

«Έφυγε» ο γιος του Χάρρυ Κλυνν, Νίκος Τριανταφυλλίδης

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 49 ετών ο σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης, ο γιος του Χάρρυ Κλυν και της χορεύτριας Χαρίκλειας Μακρή...

Προβολή της ταινίας «Δύο Καπνισμένες Κάνες»

Προβάλλεται στο Αυτοδιαχειριζόμενο Κοινωνικό Στέκι Γαλατσίου στέγ★.Μάθετε πότε & πως...