ΕΛΠΙΖΩ

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Τάσος Πασπάλας , , Updated

Ελπίζω

Αν κι από τη φύση μου αγωνιστής, πολλές φορές βρίσκομαι τ’ ανάσκελα ριγμένος, να σιχτίρω την τύχη, τους θεούς, τους δαίμονες κι όλα τα συναρμόδια υπουργεία.

Τι είναι ο άνθρωπος; Αναλογίζομαι και προφανώς δεν είμαι ο μόνος. Ένα λαίμαργο μερμήγκι είναι, ένας μέρμηγκας που μαζεύει σ’ όλη του τη ζωή προμήθειες. Ένα μέρμηγκας που μαζεύει αδιάκριτα ότι βρεθεί μπροστά του, μαζεύει, μαζεύει, ακόμα και για την μεταθάνατον ζωή. Και εκεί στα στερνά, την ώρα που ο αραμπάς, περνά κάτω απ το κατώφλι και χτυπά ο μπόγιας την πόρτα. Του κάνεις νόημα να βάλει υπογραφή, να παραδώσει στον Άγιο Πέτρο τις προμήθειες που αλόγιστα μάζεψε κι ύστερα με τσέπες αδειανές να ικετέψει, μπας και βρεθεί καμία θέση κενή στον Παράδεισο. Εκείνος σηκώνει τα φρύδια αψηλά κι αρνείται. Αρνείται, γιατί τούτος ο λαίμαργος μέρμηγκας, σε όλη του τη ζωή υμνούσε τα πλούτη και την σάρκα. Τούτος ο μέρμηγκας το λοιπόν, είναι ο μάστορας που ‘φτιαξε τον καθρέφτη να καθρεφτίζεται. Τούτος ο μιζερομέρμηγκας, δεν σκέφτηκε ποτέ να ψάξει τα μέσα του να δει τι γίνεται, δεν νοιάστηκε ποτέ για την ψυχή.

Θα μου πεις, τι είναι η ψυχή;

Ψυχή, δεν είναι τα πλούτη, τα κόκκαλα κι σάρκα. Ψυχή είναι το πνεύμα, αυτό που φανερώνεται στην παρέα και έρχεται στην μοναξιά. Που ντύνει το πρόσωπο σαν αύρα, σαν απαλό αεράκι. Που σε χτυπά κατάφατσα και σε κάνει να χαίρεσαι, να λυπάσαι, να χαμογελάς, να φωτίζεις, να φωτίζεσαι, να σκιάζεις, να σκιάζεσαι, να σκοτεινιάζεις, να λάμπεις.

Αυτή είναι η ψυχή. Η ψυχή είναι η Κόλαση και ο Παράδεισος. Ακόμα κι όταν φύγεις από τον μάταιο τούτο κόσμο, αυτή μένει πίσω, να ντύνει με την αύρα σου, τα πρόσωπα που σε γνώρισαν και σε θυμούνται. Αλίμονο σε κείνον που ‘φυγε και δεν θέλει κανείς να τον θυμάται και να τον έχει για παρέα του.

Ήμουν μικρό παιδί στο χωριό, με φόβο, έφτανα στη μεσαρόπορτα και κοιτούσα τον ξαπλωμένο στο νεκροκρέβατο. Τον έβλεπα παγωμένο, ακίνητο, μα έβλεπα και την ψυχή που βολόδερνε από δωμάτιο σε δωμάτιο. Έβλεπα τους συγγενείς φοβισμένους να τρέχουν, να του περνούν ασημένια ‘κοσάδραχμα στα δάχτυλα σαν είχε καλοζωήσει, κι αν όχι, να του βάζουν δίδραχμα και τάλιρα μέχρι να φύγει φτωχός και ανεπρόκοπος όπως ήρθε. Τους έβλεπα να τρέχουν, να κλαίνε να οδύρονται, γιατί φοβούνταν. Φοβούνταν τον νεκρό και την ψυχή που ήταν παρούσα κι έτρεχε παλαβωμένη στα δωμάτια. Τούτα τα μπακίρια στα δάχτυλα, ήταν χρειαζούμενα λέγαν, ήταν για τα τσιγάρα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, την ώρα που ο μακαρίτης θα περίμενε τον αραμπά για τον άλλο κόσμο. Περίμενε λοιπόν στο δωμάτιο ξέψυχος, κι αφού δεν πέρναγε ο αραμπάς, τον παραχώνανε.

Σαν περνούσα έξω απ’ το νεκροταφείο, να πάω στα κτήματα του πατέρα, έστηνα αυτί, κι άκουγα στο χωνευτήρι τις νεκροκασέλες και τα κόκκαλα να τρίζουν. Άλλα τρίζαν με οργή κι άλλα με παράπονο.

Με τα τάλιρα και τα ‘κοσάδραχμα, μετά από τρία χρόνια, γέμιζε το συκώτι ο νεκροθαύτης που τον ξελάκωνε, τα ‘πινε καπνό κι οινόπνευμα την Κυριακή στο καφενείο. Σήκωνε το ποτήρι με θόρυβο, κι έτριζαν τα κόκκαλα των συγγενών από ντροπή. Στην πραγματικότητα μόνο ο νεκροθάφτης μνημόνευε το μακαρίτη, κι εκείνος για όσο κρατούσαν τα τάλιρα που παραφούσκωναν το συκώτι.

Όλα αυτά τα σκέφτομαι, όταν βρεθώ τα ‘νάσκελα. Μα ως πότε να αντέξει ο άνθρωπος, την άβολη τούτη στάση; Κάποια στιγμή περνά η φουσκοθαλασσιά και έρχεται η θάλασσα και γίνεται σεντόνι, κι όσο πέφτει ο θυμός, πέφτουν και οι ανάσες που κάνουν το Λιοντάρι Αρνί.

Μέρωσε που λέτε η καρδιά, κι έφτασε στα αυτιά το θρόισμα του γιασεμιού και μια γλυκιά φωνή, απόκοσμη.

«Σήκω, Σήκω πάνω… Εσύ δεν είσαι μέρμηγκας για να μαζεύεις σπόρους, σήκω πάνω να αγωνιστής. Εσύ Έχεις Ψυχή». Με το που ακούω Ψυχή, πόνεσε η πέτσα μου και σήκωσε την τρίχα δυό οργιές.

«Να αγωνιστώ; να κάνω τι», αντιμιλώ και κωλοκάθισα από φόβο.

«Να πεις τη γνώμη σου, να βάνεις ψυχή, να βγεις έξω απ το κορμί κι από τη σάρκα, να αντιδράσεις. Σήκω πάνω, ξεκούμπωσε το στήθος, βγάλε από μέσα σου ψυχή να αντιμιλήσει».

Σούρνω τα μάτια αψηλά κι ορθώνω πίσω το ανάστημα. Μπροστά μου θαμπόφεγγε μια πανέμορφη κοπέλα λυγερή. Σκύβει και θηλυκώνει στη χούφτα μου ένα ξίφος.

«ΕΛΠΙΔΑ με λένε, εγώ είμαι που σου μιλώ, η Ελπίδα», κάνει η ομορφιά της με χάρη και κουμπώνει στη χούφτα μου το ξίφος.

«Αυτό το ξίφος», μου κάνει, «είναι η γλώσσα σου. Μίλα λεύτερα, φώναξε, πες αυτά που σκέφτεσαι. Εσύ δεν γεννήθηκες μέρμηγκας, εσύ γεννήθηκες λεύτερος, μίλα λοιπόν».

«Τι να πω», κάνω, «δεν ξέρω τι να πω».

«Άνοιξε το στόμα, κάνε αυτό που σε προστάζω. Όσο ζαρώνεις το ανάστημα, τόσο ζαρώνουν οι ιδέες, τόσο ζαρώνουν οι στοχασμοί, τόσο ζαρώνει το όραμα κι ο κόσμος γύρω σου».

Η Πανέμορφη Ελπίδα απέναντί μου, έμοιαζε τώρα Θεά, δυνατή, αγέρωχη, αρχόντισσα. Άρχισα να αναθαρρώ.

Άξαφνα είδα πως πετούσα πάνω από το μπόι μου, πως κρατιόμουν πάνω κι απ το κορμί, κι από τη σάρκα.

Η ψυχή του ανθρώπου, αυτή η αύρα, το φρέσκο αεράκι, αυτή είναι η Κόλαση και ο Παράδεισος, μου κάνει η πανέμορφη Ελπίδα. Κι εγώ, άλλο τόσο ψήλωνα και κοιτούσα τον κόσμο σαν Αϊτός. Τριγύρω μου, έβλεπα σάρκες ζαρωμένες και πληγωμένες ψυχές, βασανισμένες, πιότερο κι απ τη δική μου.

Είδα και τον Αρχοντομέρμηγκα, που είχε καρφώσει τα δίκρανα δόντια του, πάω στα ξερά κορμιά και βύζαινε λαίμαργα ματαιοδοξία.

«ΜΙΛΑ» μου κάνει η Ελπίδα, «ΜΙΛΑ…. ΦΩΝΑΞΕ ΔΥΝΑΤΑ»

ΕΛΠΙΖΩ, κάνω άξαφνα, σαν να μην ήταν η φωνή δικιά μου.

ΕΛΠΙΖΩ στους νέους ανθρώπους

ΕΛΠΙΖΩ στα νέα παιδιά… σέρνω με βιά τη θωριά μου απέναντι στα τρυφεροβλάσταρα νιάτα, που στέκαν τρομαγμένα και κοιτούσαν το στραγγιγμένο λαιμό του λαού.

ΕΛΠΙΖΩ στις Αντοχές του ανθρώπου, φωνάζω πάλι

ΕΛΠΙΖΩ στο Ασίγαστο πνεύμα

ΕΛΠΙΖΩ στην Δύναμη της ψυχής

ΕΛΠΙΖΩ σε Καλύτερες Μέρες

……..

ΕΛΠΙΖΩ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

ΕΛΠΙ_ΖΩ

Αυτό το κείμενο το αφιερώνω στον εξαίρετο φίλο και Δημοτικό Σύμβουλο «Γιάννη Μανιάτη», ο οποίος χαριτολογώντας, με παρότρυνε να γράψω κάτι πιο πολιτικό, κάτι για τις Δημοτικές εκλογές που ‘ρχονται στην πόλη. Έβγαλα λοιπόν μέσα από τούτο το κείμενο μια ΦΩΝΗ, αλλά… δεν κατάφερα να είναι πολιτική.

Έχουν πάψει όπως λέει κι ο ΠΑΛΜΟΣ να ακούγονται σοβαρές φωνές.

Αγαπητέ Γιάννη Μανιάτη, «Με ένα κείμενο, με ένα ποίημα, με μια φωνή, δεν μπορείς τον κόσμο να αλλάξεις, μπορείς όμως να ονειρευτείς, μπορείς να ΕΛΠΙ_ΖΕΙΣ και να πετάξεις». Το άρθρο Δημοσιεύτηκε από την Νομαρχιακή Εφημερίδα "ΠΑΛΜΟΣ" 28/09/2018


Σχετικά Άρθρα

Ο Ασύρματος

Δεν μπορώ παιδί μου να δώσω μια συγκεκριμένη εξήγηση για το τι είναι καλοκαίρι.

Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

Αν με είχες ακούσει δεν θα θαλασσοπνιγόμαστε χρονιάρα μέρα μεσοπέλαγα.

Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο

Δεν ξέρω, αν όλα αυτά που περνούν μέσα απ το μυαλό μου είναι σκέψεις χρήσιμες...