Το Αγκωνάρι

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Τάσος Πασπάλας , , Updated

Το Αγκωνάρι

 

Έστελνε η θάλασσα τρυφερά κελεύσματα στο μπαλκόνι του καπετάν Μαΐστρο και κατάλαβα πως τον προκαλούσε να παίξουν κάποιο γνωστό μεταξύ τους παιχνίδι. Το φρέσκο μαΐστράλι, έξαινε τα μπλεγμένα του μαλλιά κι αγκίστρωνε στη μύτη μοσχοβολιές, φερμένες από τις γύρω ξερολιθιές. Ρίγανη, θυμάρι, φασκόμηλο, λισφάκι, χελιδονόχορτο, απήγανο και λογιών λογιών αγριοβότανα.

Το μύρισες μου κάνει; μύρισες το λισφάκι; τον απήγανο, το χελιδονοχόρταρο; Τούτα τα βοτάνια Αντρέα απαγόρευε η Μαμή να τα μυρίσει κόρη γκαστρωμένη γιατί απόρριχνε.

Και με ένα βαθύ αναστεναγμό, άλλαξε αμέσως κουβέντα και άρχισε ο καπετάν Μαΐστρος να ξεδιπλώνει τις όμορφες ιστορίες του.

Ιστορίες, που κυλούσαν μέσα στην καρδιά μου σαν το τρεχούμενο νερό, που κελαρύζαν στο αυλάκι και δρόσιζαν τις πονεμένες ψυχές. Οι θαλασσινές αυτές ιστορίες, γέμιζαν τις ώρες και την φιλία μας με αστείρευτη φαντασία και νοστιμάδα. Ο Καπετάν Μαΐστρος με κέρναγε πολύτιμο χρυσάφι και πότιζε σταγόνα σταγόνα την αχόρταγη περιέργειά μου και την διψασμένη νεανική μου φαντασία.

Τα παιδιά στο νησί περιγελούσαν τον καπετάν Μαΐστρο. Ήταν λέει αλαφροίσκιωτος. Εκεί που καθόταν ήσυχος στο Μπαλκόνι του, με το που έπιανε μαϊστράλι τρελαινόταν, πεταγόταν όρθιος και νόμιζε πως κυβερνούσε την μπρατσέρα του και άρχιζε τις βλαστήμιες και τα προστάγματα για να κουμαντάρει τον καιρό και το πλήρωμα.

“Από δω βρε χαϊβάνια, θα βυθιστούμε μωρέ και θα σας κάνουν μια χαψιά οι γοργόνες. Πάρετε δεύτερη μούδα γρήγορα στη μαΐστρα γιατί μπατάραμε, τι με κοιτάς βρε Στραβολαίμη. Κατέβασε ρε Χασομέρι γρήγορα τον Παπαφίκο, θα μείνουμε χωρίς άλμπουρο και δεν θα ξέρω από που να σε κρεμάσω. Τι με κοιτάτε ωρέ ζαγάρια, κουνήστε γρήγορα τα χέρια σας. Άγιε μου Νικόλα, που τα βρήκες ετούτα τα ζαβά και μαυ τα έστειλες να κάνω μπάρκο; Αλλά τι να σου πω και σένα, τέτοιος είσαι και του λόγου σου.

Κι όσο φοβέριζε ανθρώπους και Αγίους, κοιτούσε πίσω το σπίτι, έστριβε το κεφάλι δεξιά, αριστερά, τέντωνε μπροστά την θερία του παλάμη και στραβοδάγκωνε σαν λυσσασμένος τον δείκτη του δεξιού του χεριού, που έμοιαζε με πελώριο αγκίστρι περασμένο ανάμεσα στα δόντια. Με τα γουρλωμένα του μάτια, κάρφωνε τους ναύτες κρεμασμένους ανάποδα, με τα νύχια μπηγμένα στα πανιά σαν νυχτερίδες και στο ξεραμένο στόμα δαγκωμένα τα μαντάρια, έτοιμοι να εκτελέσουν διαταγές.

Το τρελό με τις ιστορίες του καπετάνιου, ήταν πως τρύπωνα και εγώ μέσα στην παρέα τους. Έβλεπα τα πρόσωπά τους, έμπαινα στους διαλόγους, καθόμουν πάνω στο επίστεγο της καμπίνας και με χτύπαγε κατάστηθα το σπρέι της θάλασσας και έβλεπα όλα αυτά, να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μου ολοζώντανα.

“Σφίξε τη μάτσα ρε Σπίθα μη σε στείλω στη μάνα σου κλαμένο. Έσουρνε μακρόσυρτα τη φωνή ο καπετάνιος όλο νεύρο. Φώναζε και κρατούσε το πρόσωπό του όρτσα στον καιρό, για να δείχνει σε θεούς και δαίμονες την αφοβιά και να θυμίζει ποιος είναι το αφεντικό πάνω στην κουβέρτα.

“Μη με κοιτάς εμένα, μη με κοιτάς”, έκανε προς το πέλαγο. “Εγώ θα σε λυγίσω κι όχι εσύ. Δεν ξέρεις καλά τον Καπετάν Μαΐστρο.”

Τούτο το χουνέρι, το ζούσαν κάθε φορά οι συχωριανοί του όποτε έπιανε Μαΐστράλι. Πολλές φορές μάλιστα τον ακούγανε να φωνάζει μέσα στα άγρια μεσάνυχτα.

Την ώρα που ο καιρός φιδοσέρνονταν ανάμεσα στα κεραμίδια και γονάτιζαν απ το θυμό τα πάτερα, κι από το τρίξιμο του ταβανιού έπεφτε άσπρη σκόνη, σαν να το ταρακούνησε ο Εγκέλαδος. Εκείνη την ώρα λοιπόν, που το μαϊστράλι ξερίζωνε από το πέλαγο τα άλμπουρα, έβγαινε ο καπετάν Μαΐστρος στο μπαλκόνι λαφιασμένος και με το μαύρο ναυτικό του καπέλο στο κεφάλι, άρχιζε να βρίζει και να δίνει διαταγές.

“Κοίτα Αντρέα μου κάνει, κοίτα τούτο το Καλυμνιώτικο Αγκωνάρι πως φέρνει βόλτα το τιμόνι, κοίτα τι παλικαριά και τι Αντρειοσύνη κρύβει μέσα στα σπλάχνα της η Μεσόγειος”. Και μου δείχνει το Αγκωνάρι στην γωνία του σπιτιού. Παραδίπλα μου δείχνει και τις άλλες γκριζόμαυρες πέτρες του τοίχου. Να, δες μου κάνει, ο Αστρίτης, ο πιο γρήγορος στα πανιά και ο πιο φαρμακερός μου ναύτης, πνίγει το πανί στα χέρια πριν προλάβει να ανασάνει. Δες μου κάνει από εδώ, ο Καραμπόλας, όπου κι αν πατήσει θα πέσει πάνω σου και θα σε ξενυχιάσει, κάνει χαχανίζωντας μέσα απ την καρδιά του, με μια πατρική τρυφεράδα για τούτο το χαζοπαλίκαρο. Από δω ο Γιαταγάνας που κόβει με το σουγιά τις σκότες και τα μαντάρια, όπως τα πρωτοβλάσταρα σπαράγγια της Άνοιξης, πριν προλάβει το μαϊστράλι και ξεριζώσει το άλμπουρο.

Δες και τον Τρομπόνα με το τρομπονοτούφεκο, που χτυπάει τα Τελώνια και τα ξωτικά που κολλάνε στα πανιά και στα ξάρτια. Γεμίζει στο λεπτό και σε κάθε τουφεκά γονατίζει τα γητεμένα κύματα που έρχονται να μας καταπιούν.

Κοιτούσα το Αγκωνάρι στην γωνία του τοίχου και ο μαγικός λόγος του καπετάνιου έδινε σε τούτες τις άψυχες πέτρες ζωή και ανθρώπινη μορφή. Έβλεπα το πρόσωπο, τα μαλλιά, να ανοιγοκλείνουν τα μάτια, να ανεμίζει η χαίτη. Συνέχισε ο καπετάνιος να μου συστήνει παραδίπλα στον τοίχο και τις άλλες πέτρες, που είχαν πάρει και εκείνες ανθρώπινο πρόσωπο. Είδα τον Τρομπόνα να έχει στα χέρια το τρομπονοτούφεκο, τον Γιαταγάνα, τον Σπίθα, τον Αστρίτη με τα σχοινιά στο στόμα, όλος ο τοίχος είχε γεμίσει με ναύτες παλικάρια. Ο Καπετάνιος συνέχισε να μου τους συστήνει έναν έναν και καμάρωνε γεμάτος συγκίνηση για τα κατορθώματά τους.

“Τους κουβάλησα μαζί μου Αντρέα, μετά από αυτό το τρομερό ναυάγιο και την συμφορά που μας βρήκε, τους πήρα όλους μαζί μου, τους έφερα στο σπίτι να τους έχω κοντά μου. Αυτοί είναι η οικογένειά μου, αυτοί είναι το βιος και η ιστορία μου. Πλέον, εγώ είμαι και ο πατέρας και ο αδερφός τους. Τους βλέπεις Αντρέα; σε ρωτώ τους βλέπεις και συ; πες μου σε παρακαλώ; τους βλέπεις ή μήπως είναι η φαντασία μου.”

Δεν ήξερα τι να πω, μα η αλήθεια ήταν ότι τους έβλεπα, έβλεπα τα πρόσωπά τους χαραγμένα πάνω στην πέτρα, έβλεπα αριστερά μου το πρωτοπαλίκαρό του, το Καλυμνιώτικο Αγκωνάρι όπως έλεγε με το τεράστιο ανάστημα και την πλούσια χαίτη.

Σε μια στιγμή, πετάγονται πίσω από την μάντρα της αυλής, μερικά λιανόπαιδα με τα κοντά τους παντελόνια και τα κοντομάνικα μάλλινα πουλόβερ και αρχίζουν να μας πετροβολούν, λέγοντας περιπαιχτικά.

“Να, πάρε ναύτες από πέτρα καπετάν Μαΐστρο, τους δικούς σου τους έπνιξες στον πάτο της θάλασσας, πάρε ναύτες από πέτρα τώρα να ‘χεις.”

Μια πέτρα χτύπησε τον καπετάνιο στο κεφάλι, έφυγε το καπέλο και τα γόνατα λύγισαν κι από το μέτωπο έσταξε στο λευκό πουκάμισο, ένα δράμι αίμα.

Μην ακούς καπετάνιο τα σχολιαρόπαιδα, τον πιάνω από το μπράτσο και τον καθίζω στην καρέκλα. Σκληρόπαιδα της επαρχίας, απαίδευτα αγριοπούλια  είναι καπετάνιο, μην τα ακούς. Και ράγισε η καρδιά μου μπροστά στη λύγιση του καπετάνιου και στο άψυχο παγωμένο αίμα που κύλισε στο πουκάμισο.

Πήγαινε παιδί μου Αντρέα, πήγαινε, γιατί η αλήθεια και η μοίρα είναι σκληρή, είναι σκληρή σαν την πέτρα που με χτύπησε. Εγώ, ο καπετάν Μαΐστρος, έπνιξα με την σκληράδα και την αποκοτιά μου τα παλικάρια, το πλήρωμά μου, εγώ τους έπνιξα με το πείσμα και τον εγωισμό μου.

Ο καπετάνιος γύρισε και κοίταξε προς την γωνία του σπιτιού, εκεί που έστεκε πάντα πιστό το ατρόμητο πρωτοπαλίκαρό του, το Αγκωνάρι του.

Αντρέα παιδί μου, πρέπει να πηγαίνεις, θέλω να μείνω μόνος με το πλήρωμά μου.

Καπετάνιο, με ρώτησες πριν και σου ορκίζομαι πως βλέπω και εγώ μαζί με σένα ζωντανά τα παλικάρια σου. Τα είδα ζωντανά με τα ίδια μου τα μάτια, στο ορκίζομαι.

Πάψε παιδί μου, μην ορκίζεσαι, θέλω μόνο να μου υποσχεθείς πως θα έρχεσαι να τους κρατάς συντροφιά, να τους μιλάς, να τους κάνεις παρέα κι όταν δεις κανένα Μαΐστράλι να ‘ρχεται κατά εδώ, τότε δώσ’ τους τα σωστά προστάγματα για να αντέξετε τον καιρό.

Κατηφόριζα την ρούγα και ένα αγριόπαιδο φώναξε πίσω μου.

Πέθανε ο καπετάν Μαΐστρος, πέθανε ο καπετάν Μαΐστρος, το επιβεβαίωσε δεύτερη φορά, σαν να ‘ταν χαρμόσυνο γεγονός. Με κοίταξε με τα ορθάνοιχτα ενοχικά του μάτια και έφυγε τρέχοντας στον πάνω μαχαλά να χτυπήσει την καμπάνα της Παναγίας.

Πέθανε ο καπετάν Μαΐστρος, συνέχισε να φωνάζει. Έμεινα για λίγο σκεφτικός και συλλογίστηκα την υπόσχεση που έδωσα στον καπετάν Μαΐστρο. Θα πρέπει κάποτε να γυρίσω πίσω, να καρατήσω συντροφιά στο πλήρωμα και στα παλικάρια του. Στον Σπίθα, στον Τρομπόνα, στον Γιαταγάνα, στον Αστρίτη και στο θερίο πρωτοπαλίκαρό του, το Καλυμινώτικο καμάρι της Μεσογείου, το Αγκωνάρι του.

Τώρα, στέκομαι κάθε φορά και κοιτώ τους βράχους, τις ξερολιθιές, τα Αγκωνάρια στις γωνίες των σπιτιών, και με την φαντασία και τα μάτια που μου χάρισε ο καπετάν Μαΐστρος βλέπω την ιστορία και τις ζωές που κρύβουν μέσα τους.

Ανατρίχιασε όλο το κορμί μου, καθώς αντίκρισα με τα μάτια του καπετάν Μαΐστρο, όλα τα άψυχα μέχρι πρότινος γύρω μου, να έχουν ζωή.

Ένα περιστέρι πετάχτηκε από την σκεπή, χτύπησε τα φτερά του δυό φορές και στάθηκε πάνω στο αγκωνάρι. Από το λευκό κεφάλι του είχε στάξει στο στήθος μια σταγόνα παγωμένο αίμα. Κοίταξε γύρω, δεξιά, αριστερά, κι ύστερα πέταξε ψηλά πάνω από την θάλασσα, σε μια στιγμή έκλεισε απότομα τα φτερά του, κι έγινε μια γροθιά, κι έγινε πέτρα, που έπεσε στη θάλασσα και χάθηκε για πάντα στο βυθό της.

Στο καλό καπετάν Μαΐστρο.

Σε ευχαριστώ για την φαντασία και τα υπέροχα μάτια που μου χάρισες.

Στις 29 / 05 / 2018
Δημοσιεύτηκε στην Νομαρχιακή εφημερίδα "ΠΑΛΜΟΣ"

Ευχαριστώ την Συντάκτρια Δήμητρα Παπαγιαννοπούλου

Σχετικά Άρθρα

ΕΛΠΙΖΩ

Αν κι από τη φύση μου αγωνιστής, πολλές φορές βρίσκομαι τ’ ανάσκελα ριγμένος, να σιχτίρω την τύχη ...

Ο Ασύρματος

Δεν μπορώ παιδί μου να δώσω μια συγκεκριμένη εξήγηση για το τι είναι καλοκαίρι.

Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

Αν με είχες ακούσει δεν θα θαλασσοπνιγόμαστε χρονιάρα μέρα μεσοπέλαγα.

Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο

Δεν ξέρω, αν όλα αυτά που περνούν μέσα απ το μυαλό μου είναι σκέψεις χρήσιμες...