Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Τάσος Πασπάλας , , Updated



Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

Αν με είχες ακούσει δεν θα θαλασσοπνιγόμαστε χρονιάρα μέρα μεσοπέλαγα. Τραπέζια καρέκλες μαζί και οι λίγοι επιβάτες πήγαιναν από τη μια μεριά του σαλονιού στην άλλη. Εγώ είχα πιάσει πλάτη στο μπουλμέ του πλοίου, με διάπλατα ανοιγμένα τα πόδια να κρατώ ισορροπία και το ταμπάκο δαγκωμένο στο στόμα. Ουρλιαχτά, φωνές, παιδιά, γυναίκες κάνουν το σταυρό τους και σέρνονται στο πάτωμα με τα πόδια στον ανήφορο.... Άγιε Νικόλα μου θαλασσινέ, κάμε το να βγούμε ζωντανοί από δω και θα σου ανάψω … με το θα σου ανάψω, ήταν σαν να κατάλαβε λάθος ο Άγιος και η ευτραφής κυρία έφυγε με τα τροφαντά της καλή και έσκασε σερνάμενη δίπλα μου στο μπουλμέ πισωκαθισμένη και τα μάτια γουρλωμένα διάπλατα να κοιτάζει την απέναντι πλευρά του σαλονιού, εκεί που την περίμενε το επόμενο κωλοσούρσιμο. Σε τούτη τη θαλασσοταραχή ήταν να μην πιάσει ο κώλο σου πάτωμα, μετά άρχιζες να χορεύεις όπως η ομελέτα στο τηγάνι, σερνόσουν μιά απ την καλή, μιά απ την ανάποδη και τούμπαλιν μέχρι να σβήσει η φωτιά.

Τραβώ μία βαθιά ρουφηξιά κι αφήνω ένα μειδίαμα να βγει από τα χείλη και συνεχίζω να απολαμβάνω αυτό το τρελό πανηγύρι που γινόταν γύρω μου … ωωωωω αααααα…. μπούμ χτυπούσε με δύναμη το κύμα στα παράθυρα του πλοίου. Εγώ είχα απλώσει τη ματιά μου μπροστά εκεί στο κύμα που ερχόταν καταπάνω μας και απολάμβανα τη δύναμη της φύσης και το απόλυτο σκοτάδι του πελάγου. Με τούτο το παιχνίδι η φύση, ήθελε να δείξει ποιος είναι το Αιγαιοπελαγίτικο αφεντικό. Μάμα μία κωλοσερνάμενος περνάει από μπροστά μου ένας Ιταλός με κατεύθυνση στον απέναντι τοίχο … Γαλλικά, Γερμανικά, Ελληνικά, στόλιζαν την πλούσια ομελέτα στο πάτωμα, και εγώ περίμενα με αγωνία να δω ποιος Άγιος θα ερχόταν πρώτος από όλους αυτούς τους λαούς για να τους σώσει.

Δε φοβόμουν, ήξερα πως ετούτη η θάλασσα είχε καλούς καπεταναίους και γεροδεμένα σκαριά για να τα βγάλουν πέρα.

Και εκεί που το πέλαγο έμοιαζε θυμωμένο πατάει ο καπετάνιος μια μακρόσυρτη κόρνα κι από το Φάρο που φώτιζε μπροστά μας ποδίζει απότομα την πλώρη αριστερά. Μια αόρατη δύναμη γέρνει προς τα δεξιά το καράβι και μετά το ισιώνει και το φέρνει κατάορτσα να κοιτάζει μια υπήνεμη γλυκιά λιμνοκολπάδα. Στο βάθος έφεγγαν τα θαμπά ασετυλινοφάναρα απ τα λιγοστά γιαλόσπιτα των ψαράδων … Δεν ήθελε μεγάλη γνώση να καταλάβεις ότι βρήκαμε απάγκιο μέχρι να περάσει η δύναμη του καιρού σε τούτο τον ευλογημένο τόπο. Οι δικοί μας καπεταναίοι γνωρίζουν αυτά τα μέρη σαν την τσέπη τους, και χώνουν το χέρι μέσα της λίγο πριν προλάβει να παγώσει.

Το σπρέι από το κύμα του πελάγου, έπεφτε πάνω στο καράβι όπως η άχνη στο κουραμπιέ που στολίζει σήμερα το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μέσα από τα θολά τζάμια άκουγες πλέον την καρδιά του καραβιού να χτυπά ήρεμα και σταθερά. Βάδιζε αργά αργά μέχρι να δέσει η άγκυρα στα σωθικά της θάλασσας και να πάρει βαθιές ανάσες το σκαρί.

Ένας ναύτης δίνει χέρι να σηκώσει τα μελανιασμένα καπούλια της παχουλής κυρίας από το πάτωμα, ένας άλλος σηκώνει τον Ιταλό, τον Γάλλο, τον Γερμανό, έστεκαν ορθοί και τρέμαν σαν το πουλάρι που μόλις βγήκε απ τη μήτρα της μάνας του και πάτησε πρώτη φορά στα πόδια.

Και εκεί που το χαμένο βλέμμα έφευγε απ το πρόσωπο, το χώρο έπαιρνε η ένταση, η αγριάδα και η οργή. Ο Ιταλός γίνηκε επιθετικός και με λόγια θυμωμένα ζητούσε εξηγήσεις από τους ναύτες που μόλις πριν του είχαν δώσει το χέρι να σηκωθεί. Ο Γερμανός κατακόκκινος έτοιμος να εκραγεί έψαχνε τα πράγματά του. Ο Γάλλος κρατούσε με το χέρι του το μέτωπο και μετρούσε τον πυρετό… Η Παχουλή κυρία τα έψελνε στο σύζυγό της που δεν την άκουσε να μην ταξιδέψουν ανήμερα των Χριστουγέννων και ζητούσε επίμονα να ‘ρθεί μπροστά της ο καπετάνιος να της δώσει εξηγήσεις.

Δεν ήμασταν περισσότεροι νοματαίοι από μια σωστική βάρκα, που με τα κουπιά της οι ναύτες μας έβγαλαν έξω να απαγκιάσουμε στο καφενείο του χωριού.

Με τα λίγα αγγλοσαξονικά που γνώριζα από τα μπάρκα μου στα καράβια, κατάλαβα πως ετούτοι όλοι οι επισκέπτες από την Εσπερία είχαν έρθει χρονιάρα μέρα, να γνωρίσουν την άγρια ομορφιά του τόπου, τώρα που τα ναύλα και ο ύπνος θα κόστιζε πολύ λιγότερο στις τσέπες τους. Μα το μελάνι του καιρού δεν βοηθούσε ούτε να ‘ρθούν, μα ούτε και να φύγουν με καλές εντυπώσεις.

Ο ναύτης που βρισκόταν στη πλώρη της βάρκας σηκώθηκε έπιασε το σκοινί και ετοιμάστηκε να το πετάξει. Όσο ζυγώναμε προς την ξύλινη προκυμαία του χωριού, πίσω της άνοιξε η πόρτα του καφενέ και πρόβαλε ένας γεροκουρασμένος ναυτικός που μας υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες, ο καπετάν Νικόλας. Ναι “Καφενείο ο Καπετάν Νικόλας” έγραφε η πινακίδα πάνω από την πόρτα του Καφενέ… Το ναυτικό του καπέλο και η ζεστή του αγκαλιά, έμοιαζε με γονιό που καλωσορίζει τα θαλασσοδαρμένα του παιδιά.

Δέστε γρήγορα παιδιά μου και μπείτε στον καφενέ να ζεσταθείτε ... στη πόρτα έστεκε το καλοσυνάτο χαμόγελο της κυρά Ζωής. Η γυναίκα του καπετάν Νικόλα χάϊδευε στοργικά όποιον περνούσε το κατώφλι του καφενέ και τον καλωσόριζε, δείχνοντας την αγάπη της στους φιλοξενούμενους. Ο Γερμανός έκανε μια κίνηση αγανάκτησης και μια αποστροφή στην χειρονομία της κυρά Ζωής. Ο Γάλλος προσπέρασε αδιάφορα μέσα στα νεύρα του που χάλασαν οι διακοπές του, ο Ιταλός το ίδιο, τα έψαλε στην τύχη του και κουνούσε τα χέρια του πάνω κάτω νευρικά.

Στάθηκα τελευταίος στην πλώρη της βάρκας κοιτώντας με θλίψη το γιαλό, ένα ψαροκάικο πάνω στους τάκους. Το καΐκι έστεκε στα δυο κομμένο από ένα τεράστιο πριόνι που είχε περάσει με οργή από πάνω του. Το καΐκι ήταν βαμμένο περιποιημένο αρματωμένο έτοιμο να ταξιδέψει, μα κάποιος του είχε πάρει τη ζωή. Κάποιος του είχε χωρίσει την ψυχή από το σώμα και κρατούσε φυλακισμένο το τετραπληγικό του κορμί καρφωμένο πάνω στο γιαλό. Στεκόταν εκεί, λίγα μέτρα από την πόρτα του καφενέ και δυό βήματα από την αγκαλιά της μάνας του, τη θάλασσα. Στην πλώρη κάτω από τα θλιμμένα ζωγραφιστά του μάτια έγραφε το όνομά του “Κυρά Ζωή”. Ήταν το όνομα της αγαπημένης συζύγου του καπετάν Νικόλα. Τούτο το σκαρί τό ’χε αγοράσει μαζί με το πρώτο τους παιδί κι έβαλε το όνομά της για να την τιμήσει. Πέρασα με βήμα αργό κοιτώντας το καΐκι που βρίσκονταν τώρα δίπλα απ τον καπετάνιο, κι ο καπετάνιος με το κεφάλι σκυφτό μου ψιθύρισε “έπρεπε να σπουδάσουμε τα παιδιά μας” … Βλέπεις η Ευρωπαϊκή Ένωση έδινε επιδότηση σε όποιον έκοβε τη βάρκα του στα δυό, για να ανοίξει ο δρόμος στα σιδερένια επαγγελματικά εργαλεία, που ξεριζώνουν τους ανθρώπους από τα νησιά και τη ζωή από τη θάλασσα.

Στάθηκα αρκετή ώρα μέσα από το τζάμι να κοιτάζω έξω κομμένη στα δυό τη “Κυρά Ζωή”, που θυσίασε το κορμί της για να σπουδάσουν τα παιδιά της…. τα παιδιά της που τώρα ζουν και εργάζονται στην Εσπερία.

Ήρθε δίπλα μου ο Γερμανός και μου ζήτησε να του εξηγήσω, στάθηκε ακίνητος, σκυθρωπός, έμοιαζε με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί σαν άκουσε τα λόγια μου. Ήρθε και ο Ιταλός, ο Γάλλος με την οικογένειά του, και τότε ο μικρός του γιός μόλις άκουσε την ιστορία απ τον πατέρα του ξέσπασε σε λιγμούς και παρασύρθηκαν και οι άλλοι και γίναμε μια αγκαλιά, και άρχισε ο Γερμανός για να σπάσει το πάγο να φωνάζει “Καλά Κριστούγεννα … καλημέρα, καλησπέρα… Ελλάντα … τιάμο ο Ιταλός, κι ο Γάλλος έπαιρνε τον πυρετό του για το κακό που είχε πάθει τούτος ο γλυκός απάνεμος τόπος … “

Και τότε άνοιξε η πόρτα του καφενέ και άρχισαν να φτάνουν τα φιλέματα, η κυρά Δήμητρα έφερε χειροποίητη πίτα με ζυμάρι και φέτα κατσικίσια, τυρί και ελιές, η κυρά Θανάσω έφερε μια τεράστια κουλούρα ψωμί και μια γαβάθα να φάει ολόκληρος στρατός στραπατσάδα, κι άλλη στραπατσάδα, και μύδια αχνιστά, και σαρδέλες, και σκουμπρί παστό. Ο Καπετάν Νικόλας έβγαλε ρακί και ξεκρέμασε το βιολί από το τοίχο και άρχισε να τραγουδά με όλη του τη δύναμη κοιτώντας … την αγάπη του … το καΐκι του, που έστεκε κομμένο στα δυό πάνω στους τάκους ….

ΑΑΑΧΧΧ Αχ κι αμάν αμάν

Αμοριανό είναι το νερό

Αμοριανή κι βρύση

Αμοριανή είν’ η κοπελιά

που πάει να γεμίσει


Αμοριανό μου πέραμα

να ‘χεις καλό ξημέρωμα

Όπα έκανε ο Ιταλός και σήκωσε τα χέρια ψηλά, για να κυλήσει ο πόνος από το στήθος και να πέσει με το χορό στο πάτωμα. Όπα και ο Γάλλος, Όπα και ο Γερμανός  και άρχισε πάλι ο Γερμανός να φωνάζει “Καλά Κριστούγεννα … καλημέρα, καλησπέρα… Ελλάντα … τιάμο ο Ιταλός, ο Γάλλος συνέχισε να παίρνει το πυρετό του για το κακό που είχε πάθει τούτος ο γλυκός απάνεμος τόπος … “

Αν δεν βάλεις αγάπη πως θα μονιάσει η φύση και τα πλάσματά της.

Έρχεται δίπλα μου ένας κύριος μετρίου αναστήματος συμπαθητικός, γλυκός, μειλίχιος…

Κάπου σε ξέρω μου λέει εσένα, μήπως μένεις Γαλάτσι;

Πως σε λένε του λέω … Δημήτρη μου λέει…

Δημήτρη Μπουλούτη …

Δημήτρη σου αφιερώνω ... αυτή τη φανταστική μου ιστορία που την εμπνεύστηκα από ένα σου σχόλιο.

Καλά Χριστούγεννα

Τά_σος


Σχετικά Άρθρα

Ο Ασύρματος

Δεν μπορώ παιδί μου να δώσω μια συγκεκριμένη εξήγηση για το τι είναι καλοκαίρι.

Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο

Δεν ξέρω, αν όλα αυτά που περνούν μέσα απ το μυαλό μου είναι σκέψεις χρήσιμες...

Τι κρίμα

σύντομος στιχουργικός οίστρος ...

Το Φιλαράκι

Βρίσκω ένα “φυλλαράκι” ξεραμένο στο γιαλό