Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Τάσος Πασπάλας , , Updated



Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο


Δεν ξέρω, αν όλα αυτά που περνούν μέσα απ το μυαλό μου είναι σκέψεις χρήσιμες, αν είναι σκέψεις πολύτιμες που μπορούν να μπουν στη ζυγαριά και να ‘χουν βάρος μετρήσιμο. Μα όταν φυλακίζω με το μολύβι μου μια τέτοια σκέψη, βλέπω από το παράθυρο να ξεπετάγεται ένας ανήσυχος σπόρος, ένας σπόρος που στριμώχνεται στη γλυκοχαραμάδα του χρόνου να βυζάξει λίγο φως και λίγη αγάπη για να καταφέρει να φυτρώσει, να πετάξει και να λευτερωθεί.

Εκείνες τις στιγμές που συναντά το ανήσυχο πνεύμα μου το φως, παίρνω κουράγιο να συνεχίσω. Τραβώ γρήγορα ένα βαθύ αυλάκι  πάνω στο χαρτί, φυτεύω μέσα του το σπόρο, τον δακρυποτίζω κι αρχίζει να βλασταίνει. Και τότε στέκομαι μαγεμένος και κοιτώ μέσα απ το χαρτί να συντελείται αργά αργά το αιώνιο θαύμα της φύσης που λέγεται “γέννηση”. Βλέπω αυτόν τον ανήσυχο σπόρο, να ξεπετάγεται με ορμή, να γίνεται ένα πανέμορφο στάχυ και από το στάχυ να ξεφυτρώνουν κι άλλα στάχυα, μέχρι να ‘ρθει το θέρος να γεμίσει το κατώι με “ελπίδα”.

Γι αυτές τις στιγμές ζω, είναι οι στιγμές που νιώθω “χρήσιμος άνθρωπος”. Είναι οι στιγμές που λέω, ίσως αύριο με αυτό το καρπό να πλάσει κάποιος άλλος άνθρωπος ζυμάρι, να χορτάσει τη πείνα και να γλυκάνει την δυστυχία που κρύβει μέσα του.

Τελικά, όλες οι σκέψεις έχουν μετρήσιμο βάρος, αρκεί να βρεις το κατάλληλο χώμα να τις φυτέψεις, να τις βάλεις στη βραγιά, να τις ποτίσεις και να τους δώσεις φως και λίγη αγάπη να καρπίσουν.

Αχ αυτές οι σκέψεις, που μου κλέβουν το χρόνο και με απομονώνουν από τους γύρω μου.

Το απόγευμα, πρέπει να ανέβουμε πάνω στη χώρα να περπατήσουμε, να αγναντέψουμε την ομορφιά του Αιγαίου από ψηλά, λέει ο φίλος μου που κολυμπά πιο δίπλα με τη σύντροφό του. Έγινε του λέω. Και τα μάτια μου καρφώθηκαν στα πενήντα περίπου μέτρα μπροστά στο μπουγάζι, εκεί που γεμίζει το μάτι με τη φρεσκάδα του πελάγου. Παρατηρώ εντυπωσιασμένος το επικίνδυνο πέταγμα μιας πεταλούδας. Τη μιά νομίζεις πως θα καρφωθεί με δύναμη πάνω στο νερό, την άλλη πετάγεται ψηλά για να ξανακατέβει με ορμή και πάλι μαζεύει φόρα και περνά μια σπιθαμή ξυστά πάνω απ την αλμύρα και ξαναφεύγει. Μιά πεταλούδα πετάει τριγύρω μας... μια πεταλούδα παιδιά την βλέπετε; Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάνει ένα τόσο επικίνδυνο παιχνίδι πάνω στο κύμα αυτό το υπέροχο πλάσμα.

Δεν προλαβαίνω να τελειώσω τη σκέψη και βλέπω μπροστά μου πνιγμένη μια άλλη πανέμορφη χρυσοπράσινη πεταλούδα με κόκκινες κίτρινες μαύρες λεπτές γραμμές που χαράζουν περίτεχνα τα πολύχρωμα φτερά της. Επέπλεε με τα φτερά ανοιγμένα και το σώμα της βυθισμένο μπρούμυτα στο νερό. Τότε κατάλαβα, πως η πεταλούδα που πετά τόσο επικίνδυνα πάνω από τη θάλασσα, είναι το ταίρι της.

Πήρα στην παλάμη μου το νεκρό σώμα της και το απόθεσα με ευλάβεια πάνω σε ένα μικρό βραχάκι, την άφησα εκεί και έφυγα… άσε λέω, ψάχνοντας αμήχανα για δικαιολογία, η φύση έχει το δικό της τρόπο να θρηνήσει και να ξεπεράσει το πόνο. Γύρω μου συνέχιζε να πετά το ταίρι της. Πόσο πόνο άραγε περνούσε τούτη την ώρα, αυτό το μικρό πλάσμα που έμεινε μόνο.

Ξεχάσαμε γρήγορα το γεγονός με τις πεταλούδες και το απόγευμα ανεβήκαμε πάνω στη Χώρα κλέβοντας αισιόδοξες ανάσες από την γενναιόδωρη απεραντοσύνη του Αιγαίου…. Με το που πήρε ο ήλιος να δύει, αρχίσαμε να κατηφορίζουμε μέσα στα στενά σοκάκια, απολαμβάνοντας το μαγικό θάμπος του πελάγου.

Περπατούσαμε πότε δίπλα και πότε μέσα στις αυλές των σπιτιών. Δεν μπορούσες να διακρίνεις που αρχίζει και που τέλειωνε το ένα σπίτι από το άλλο, που τελειώνει ο δρόμος και που αρχίζει η αυλή. Έριχνα τα μάτια πότε κάτω στην απάνεμη παραλία που το μεσημέρι κάναμε μπάνιο, πότε στα λευκά σπιτάκια τριγύρω και πότε στα αμέτρητα σκαλοπάτια που σε κάθε στροφή κρύβανε και μια έκπληξη.

Κάτω στα θέμελα του χωριού, εκεί στο τέλειωμα της θάλασσας, πέντε έξι μικρές βαρκούλες τραμπάλιζαν πάνω στο γιαλό, πιασμένες με ένα σχοινί από την πλώρη και από την άλλη δεμένες στην αγκαλιά του βράχου. Τούτα τα ομορφόσκαρα όλη τη μέρα λίκνιζαν ασταμάτητα το κορμί τους ψαρεύοντας πάνω στην απέραντη κούνια του Αιγαίου. Τώρα περίμεναν ταλαίπωρα τη νύχτα να τα σκεπάσει με το πλουμιστό της αστροσέντονο για να ξεκουραστούν.

Να σταθούμε εδώ; Δείχνει ο φίλος μου ένα τραπεζάκι μπλε στρογγυλό σιδερένιο με ψάθινες καρέκλες γύρω του, ευκαιρία να ξεκουραστούμε να πιούμε και ένα καφεδάκι. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν από τους προηγούμενους μερικά ποτήρια, κάποια πιατάκια του γλυκού και μερικά φλιτζάνια του καφέ.

Μια ηλικιωμένη κυρία ξεπρόβαλε βιαστικά να μας καλωσορίσει και να μαζέψει ότι είχε απομείνει στο τραπέζι.

Θα μπορούσαμε... της λέει ο αβάσταχτος φίλος μου πριν ακόμη κάτσουμε, να έχουμε ένα καπουτσίνο ή ένα καφέ μηχανής; Μόνο γλυκό του κουταλιού και ελληνικό καφέ έχω αγόρι μου, λέει με τη συμπαθητική της φωνή η ηλικιωμένη γλυκιά κυρία. Το όνομά σας; σπεύδω να την ρωτήσω και να φέρω τη κουβέντα στα ζύγια της. Σοφία με λένε αγόρι μου, κάνει η συμπαθητική κυρία και κάτσαμε στις καρέκλες.

Κυρία Σοφία θα μας φέρεται τέσσερα ελληνικά καφεδάκια και τέσσερα γλυκά κουταλιού σταφύλι; Μιά από τα ίδια δηλαδή που πήραν και οι προηγούμενοι, της κάνω χαριτολογώντας. Ευχαρίστως αγόρι μου ευχαρίστως, επαναλαμβάνει η κυρία Σοφία.

Δεν είχα δει πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα στη ζωή μου. Στεκόμασταν εκστασιασμένοι και οι τέσσερις, σε αυτή τη μικρή ημικύκλια αυλή μπροστά στο μπλε στρογγυλό τραπέζι. Η μιά πλευρά από το τραπέζι ακουμπούσε πάνω στο προστατευτικό μαντράκι και στο βάθος έστεκε βουβό το βαθύ γαλάζιο του Αιγαίου. Το ηλιοβασίλεμα έστελνε τις τελευταίες του ακτίνες κάτω στην παραλία  και το κύμα νανούριζε τα βαρκάκια καθώς ο ήλιος έδυε. Ένα κατάλευκο δικάταρτο σκαρί με πλήρη ιστιοφορία, ήρθε βιαστικά από το πέλαγο να δέσει αρόδο πριν το προλάβει η νύχτα, άκουσα το μάϊνα του καπετάνιου, είδα τα πανιά να κατεβαίνουν ρυθμικά, άκουσα τη θάλασσα που γλυκοφυλούσε τα ύφαλα του σκάφους, το πρόσταγμα του καπετάνιου για να πέσει η άγκυρα, το πλατάγιασμα της άγκυρας πάνω στα νερά, και τέλος το κροτάλισμα της αλυσίδας που καρφώθηκε κάτω βαθιά στο κορμί της θάλασσας.

Το σκάφος σε λίγο γύρισε πρόσωπο με το καιρό, και νόμιζες πως ήταν ένα ακριβό κόσμημα που στόλιζε το χρυσοκέντητο λαιμό της παραλίας.

Δεν ξέρω πόση ώρα είμαστε ακίνητοι και ρουφούσαμε αχόρταγα τούτο το φυσικό κάλος της πικραμένης μου χώρας.

Σηκώθηκα να καλέσω την κυρία Σοφία, που ‘στεκε λίγο πιο πίσω σε ένα μικρό καρέκλι και διάβαζε τη σύνοψη. Κυρία Σοφία έρχεστε σας παρακαλώ να πληρώσουμε; Έρχεται κοντά μου η κυρία Σοφία, πιάνει το δεξί μου χέρι με το δικό της και μου λέει με μια τρυφερότητα στη φωνή της . Αγόρι μου, στο σπίτι μου φιλεύω τους περαστικούς, δεν τους παίρνω χρήματα, κανονικά έπρεπε να σας πληρώσω που μου κρατήσατε συντροφιά, και χαμογέλασε γλυκά.

Κοιτάζω απέναντι το φίλο μου που πριν είχε ζητήσει καφέ μηχανής, και μου ψελλίζει απολογούμενος, νόμισα πως ήταν καφενείο… που να καταλάβω.

Ζήτησα συγνώμη από την κυρία Σοφία και της είπα αν μπορούσα να την επισκεφτώ την επομένη το πρωί.

Ήταν η τελευταία μέρα στο νησί, δεν πήγα για μπάνιο με την παρέα. Πήγα στην αγορά και γέμισα ένα σακουλάκι φρεσκοκομμένο μυρωδάτο καφέ και τράβηξα για το μπαλκόνι της.

Κάτσαμε αυτή τη φορά παρέα στο φιλόξενο τραπέζι της, και την παρακάλεσα να μου πει τι βλέπει εκείνη μέσα σε αυτό το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Βλέπω μου λέει αγόρι μου, βλέπω να έρχονται από το βάθος τα παιδιά και τα εγγόνια μου που σπούδασαν και φύγανε στην ξενιτιά, και συνέχισε χωρίς να θέλει να δείξει πως μούσκεψαν τα μάτια της και λύγισε η φωνή της. Βλέπω τη φωτιά, τις στάχτες και τα αποκαΐδια που φτάνουν από απέναντι. Βλέπω τις κυνηγημένες ψυχές, που χάνονται στα νερά απ την οργή του πολέμου. Βλέπω τα χρόνια που ήταν γεμάτες οι γειτονιές από παιδικές φωνές. Βλέπω τα νυφικά μου χρόνια, το κύρη μου, που τον ζήλεψε και τον πήρε η θάλασσα κοντά της. Με πιάνει από το χέρι και μου κάνει, έλα, έλα για λίγο μέσα, έλα να σου δείξω κάτι, με τραβά και με πάει μπρος στο ανοιχτό παράθυρο που βλέπει το πέλαγος. Στο περβάζι του υπήρχε ένα μικρό γλαστράκι με ένα σπαθίφυλλο καταπράσινο φυτό. Πάνω στο φυτό έστεκε “η πεταλούδα” με ανοιγμένα τα χρυσοπράσινα πανέμορφα φτερά της. Τα φτερά και το κορμί της πάλλονταν ασταμάτητα μαζί με την πονεμένη της ανάσα. Σε ευχαριστώ πολύ γι αυτό που έκανες χτες στη θάλασσα, μου λέει η κυρία Σοφία, πλάσματα του θεού είναι κι αυτά, τουλάχιστον κατάφερε να θάψει το σύντροφό της. Στέκεται από χθες ακίνητη να κοιτάζει το πέλαγο, λες και περιμένει να φανεί από μέσα το ταίρι της.

Με μιάς περνάει σ’ όλο μου το κορμί μια απόκοσμη ανατριχίλα, φέρνω τα δυό της χέρια μέσα στις παλάμες μου, τα σφίγγω και τα φιλώ με δύναμη, προλαβαίνω να ψελλίσω ένα ξέπνοο... “σε ευχαριστώ για όλα”… χωρίς άλλη κουβέντα ξαμολιέμαι στον κατήφορο και φεύγω κατεβαίνοντας δυό δυό τα σκαλιά… Πίσω μου ακούω τη φωνή της … του χρόνου στείλε μου τα παιδιά σου να τα φιλέψω.

Κρύβομαι πίσω από τον πρώτο τοίχο που συναντώ και ξεσπάω σε λυγμούς.

Πως ήξερε για τη πεταλούδα η κυρία Σοφία, πως ήξερε για τα παιδιά μου.

Πέρασε ώρα για να συνέλθω…

Χάθηκα κάτω στα σοκάκια μα άφησα πίσω μου μια υπόσχεση… μόλις γυρίσω στην Αθήνα να χαράξω με τη πένα μου αυτή τη μικρή ιστορία πάνω στο χαρτί… που ξέρεις λέω, μπορεί τυχαία να διαβάσουν τούτες τις γραμμές το παιδί ή το εγγόνι της κυρίας Σοφίας εκεί στη ξενιτιά… και ίσως καταλάβουν με πόση λαχτάρα προσμένει “μια πεταλούδα στο Αιγαίο” να φανεί κάποιος δικός της άνθρωπος, μέσα από το πέλαγος.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε :

Στη Νομαρχιακή εφημερίδα "Παλμός" στις : 23/09/2016


Σχετικά Άρθρα

Ο Ασύρματος

Δεν μπορώ παιδί μου να δώσω μια συγκεκριμένη εξήγηση για το τι είναι καλοκαίρι.

Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

Αν με είχες ακούσει δεν θα θαλασσοπνιγόμαστε χρονιάρα μέρα μεσοπέλαγα.

Τι κρίμα

σύντομος στιχουργικός οίστρος ...

Το Φιλαράκι

Βρίσκω ένα “φυλλαράκι” ξεραμένο στο γιαλό