Φόκο στα Γιαλόξυλα καπετάν Αναστάση !!!

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Τάσος Πασπάλας , , Updated




Βγαίνεις στο δρόμο να περπατήσεις και αντικρίζεις παντού ανθρώπους σκυθρωπούς, ανθρώπους επιφυλακτικούς, ανθρώπους τρομαγμένους, πανικόβλητους. Tους βλέπεις να τριγυρνούν εδώ και εκεί, λες και έχουν χάσει τα λογικά τους, προσπαθείς να πεις μια καλημέρα κι αυτή η καλημέρα δεν περισσεύει από κανέναν.
Δυστυχώς δεν υπάρχει περίσσευμα πλέον στους ανθρώπους. Σε άλλον είναι λειψά τα χρήματα, σε άλλον είναι λειψά τα λόγια, σε άλλον είναι λειψά τα χρόνια και σε άλλον είναι λειψό το φαγητό.

 

Ξέχνα λέω αυτά που έζησες σαν παιδί, ξέχνα τη χώρα και τη φυλή που ήξερες, ξέχνα τις γειτονιές, τους φτωχομαχαλάδες, το παιχνίδι στις αλάνες, τις παιδικές φωνές, τους ανθρώπους που αγάπησες και σε αγάπησαν. Αυτοί οι άνθρωποι που ήξερες πλέον δεν υπάρχουν.

Πολλές φορές σκέφτομαι, γιατί άραγε τα χρόνια που αφήσαμε πίσω ήταν τόσο όμορφα; Και εκεί που πάω να πλέξω δύσκολες σκέψεις… η απάντηση είναι απλή … «γιατί δεν ζητούσαμε πολλά». Χόρταινε το παιδί με το γάλα της μάνας, χόρταινε η μάνα που έβλεπε το παιδί να μεγαλώνει, χόρταινε κι ο γέρος που έβλεπε τη ζωή να συνεχίζεται.

Με αυτές τις σκοτούρες ο άνθρωπος ήρθε και αγρίεψε, θέριεψε και έγινε επιθετικός, και έγινε αγνώριστος, και έγινε απάνθρωπος γιατί ξερίζωσε απo μέσα του την ανθρώπινη φύση.

Αυτές οι μαύρες σκέψεις με έκαναν να πεταχτώ απ το κρεβάτι και να κατέβω στο λιμάνι να πάρω μιαν ανάσα. Είχα χρόνια να περπατήσω μόνος μου δίπλα στη θάλασσα, να ακούσω το γλυκό της παφλασμό πάνω στη προκυμαία, και να σήμερα σαν επισκέπτης και ταξιδευτής περπατώ κάτω απ’ τα αστέρια της όμορφης Κεφαλονιάς. Έχω στα πόδια μου το υπήνεμο γλυκολίμανο του Φισκάρδου και στη κορυφή του ουρανού το ασημένιο φεγγάρι του Αυγούστου. Είχα να σηκώσω ψηλά το κεφάλι και να δω τα αστέρια, από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Είχα να αντικρίσω το Αυγουστιάτικο φεγγάρι και το ασημένιο του ποτάμι που χύνετε πάνω στη θάλασσα από εκείνα τα καλοκαίρια που δούλευα στα περιβόλια του πατέρα μου. Από τότε που για κλινοσκέπασμα είχα τον έναστρο ουρανό και για φωτιστικό στο νυχτοδιάβασμά μου το ολόγιομο φεγγάρι. Απόλαυση η μαγεία της βραδιάς, μια ζωγραφιά οι βάρκες στο λιμάνι του Φισκάρδου, και οι σκέψεις έρχονται καταπάνω σαν αγκιστρωμένα χρυσόψαρα, που ανεβάζει το παραγάδι της παιδικής μου μνήμης από το βάθος του μυαλού.

Θυμάμαι τα καλοκαίρια στα περιβόλια του πατέρα μου, τότε που η τελευταία μέρα στο σχολείο γινόταν η πρώτη μου μέρα στο περιβόλι και η πρώτη σκληρή επαφή με την ασκητική ζωή. Αυτή η ασκητική ζωή, γέννησε στο μυαλό μου όλα τούτα τα παραμύθια που σήμερα σας περιγράφω. Αυτή η σκληρή ασκητική ζωή κάποια στιγμή συγκρούστηκε με το σύγχρονο πολιτισμό και τη ματαιοδοξία, ήρθε από την άλλη και η ορμή της νιότης και δημιούργησε μιαν ανυπέρβλητη ρωγμή με την ίδια μου τη φύση. Αυτή τη φύση που τόσο πολύ αγάπησα, μα τόσο πολύ απαρνήθηκα στα κατοπινά μου χρόνια, προς χάριν της ματαιότητας, του νεωτερισμού και του σύγχρονου πολιτισμού.

Όλες αυτές οι υπέροχες παιδικές αναμνήσεις χωρούσαν στο μικρό σιδερένιο μου κουβαδάκι που έγραφε απέξω «ντοματοπολτός κύκνος». Στο κουβαδάκι αυτό είχα περάσει για χερούλι ένα χοντρό σύρμα, και κάθε πρωί το γέμιζα με δυό ντομάτες, δυό πατάτες και κανά δυό ξερά κρεμμύδια απ το περβόλι και τραβούσα για το στρογγυλονήσι. Ένας χωματόδρομος περίπου διακόσια τρακόσια μέτρα ένωνε την από δω ξηρά με το στρογγυλονήσι. Στο τέρμα σχεδόν του δρόμου, δεξιά εκεί στο υπήνεμο μέρος που ακουμπούσε ο χωματόδρομος πάνω στο νησί, κάθε πρωί έδεναν τα ψαροκάικα ο καπετάν Περικλής κι ο καπετάν Νικόλας. Από την άλλη πλευρά που το νησί είχε πρόσωπο με το πέλαγο, γινόταν το μέρος άγριο και στοιχειωμένο. Μια θεόρατη ψηλή γέφυρα περπατούσε εκατό περίπου μέτρα μέσα στη θάλασσα. Τα σκουριασμένα και πεταμένα βαγόνια που φόρτωναν το μεταλλείο στα καράβια και τα κρεμασμένα εναέρια βαγόνια στα συρματόσχοινα που κουβαλούσαν από τα σπλάχνα του απέναντι βουνού το μεταλλείο, σου προκαλούσαν φόβο και δέος. Μέσα σε τούτες τις μεγάλες και άψυχες υπερκατασκευές, νόμιζες πως ένα αόρατο χέρι είχε εξαφανίσει με μιας τη ζωή και τους ανθρώπους που σπρώχνανε τα βαγόνια και είχανε μείνει πλέον ξέπνοα σκουριασμένα σιδερένια κουφάρια στο πουθενά.

Στην από δω μεριά του νησιού, στην άκρη του χωματόδρομου, στην ήρεμη και υπήνεμη πλευρά, κάθε πρωί την ίδια ώρα, μόλις ο ήλιος ξεπρόβαλε όλο του το κορμί από την απέναντι ράχη. Ερχόταν η λαδωμένη θάλασσα του Αυγούστου και άστραφτε και φώτιζε με ένα υπέροχο ασημένιο εκτυφλωτικό φως, ίδιο με κείνο που περιγράφει ο παπάς το βράδυ της Ανάστασης. Από πολύ νωρίς το πρωί έπαιρνα θέση στο χωματόδρομο πάνω σε ένα βραχάκι και κοιτούσα καρφωμένος πέρα στη μύτη προς το στρογγυλονήσι να δω ποιο καραβάκι θα ξεπρόβαλε σήμερα πρώτο, ο Κεραυνός του καπετάν Περικλή ή το χελιδονάκι του καπετάν Νικόλα. Και τα δύο καΐκια είχαν βγει από τον ίδιο ταρσανά της Χαλκίδας, αυτόν που από τα αρχαία χρόνια βρίσκεται ακόμη εκεί δίπλα στο βούρκο. Ο Κεραυνός του Καπετάν Περικλή γλίστρησε πρώτος από τη κοιλιά του ταρσανά και έπεσε στη θάλασσα, ήταν ένα πανέμορφο δεκάμετρο τρεχαντήρι με ψηλή καμαρωτή πλώρη και ψηλόλιγνη μυτερή πρύμνη, με ύφαλα γεμάτα και αφράτα να αντέχει το φορτίο και να χορεύει γλυκά στο πελαγίσιο μπότζι. Το κατά πολύ μικρότερο τρεχαντηράκι του καπετάν Νικόλα, το χελιδονάκι όπως το ονόμασε μόλις το είδε για πρώτη φορά πάνω στο νερό, δεν βρίσκω λόγια να σας το περιγράψω … η επιτομή της φινέτσας, της χάρης και της ομορφιάς, χελιδονάκι όνομα και πράμα, τέτοια τσαχπινιά και τέτοια σκέρτσο δεν έχετε ξαναδεί, του είχε ζωγραφίσει περίτεχνα ο καπετάν Νικόλας δυο υπέροχα μαύρα τσακίρικα μάτια στη πλώρη και μια μυτερή μυτούλα, που ομορφότερο Χελιδονοβαρκάκι δεν έχετε ξαναδεί. Η περιποίηση και τα χάδια που του έκανε ο καπετάν Νικόλας ήταν άνευ προηγουμένου, του μιλούσε, το χάιδευε, του έπλενε τη μουσούδα, του κρατούσε τα κουπιά κρεμασμένα για να μοιάζει από μακριά με χελιδόνι του ουρανού, του έβαφε σκούρο μπλε το καπάκι και άσπρη σα μπαμπάκι τη γάστρα κι έτρεχε κάθε πρωί με το που ξεπρόβαλε από τη μύτη της στρογγύλης  καμαρωτό καμαρωτό να δέσει πρώτο στο λιμανάκι.

Με το που έφτανε στα εκατό μέτρα από τη στεριά, ο καπετάν Νικόλας σηκωνόταν όρθιος και φώναζε με όλη του τη δύναμη «Φόκο στα Γιαλόξυλα, καπετάν Αναστάση», άλλος τόσος γινόμουν μόλις άκουγα το τίτλο τιμής και αναγνώρισης απ τους καπεταναίους.

Πριν πάρω θέση πάνω στην πέτρα της πρωινής αναμονής για να φανούν οι βάρκες από τη μύτη της στρογγύλης, μάζευα μια αγκαλιά γιαλόξυλα, γιατί μετά το ξεψάρισμα και το πλύσιμο του καϊκιού ο Καπετάν Νικόλας  έφτιαχνε να κολατσίσουμε έξω στο γιαλό κακαβιά με τις ντοματούλες, τις πατάτες και τα κρεμμυδάκια που είχα στο κουβαδάκι και με όλα τα δεύτερα ψαράκια που περίσσευαν. Τη στιγμή της κακαβιάς την περίμενα όπως οι πιστοί το αντίδωρο στο τέλος της θείας κοινωνίας.

Αυτή η γεύση της κακαβιάς έχει ποτίσει όλο μου το είναι, έχουν γεμίσει όλα τα κύτταρα του κορμιού μου με εκείνο το ασυναγώνιστο νέκταρ της φύσης …

Έτσι όπως περπατώ πάνω στη προκυμαία του Φισκάρδου, βάζω τα χέρια μου στο κεφάλι και κάνω δυο ζαλισμένα βήματα νομίζοντας πως κάτι πέρασε μέσα απ το μυαλό μου και με αποσυντόνισε … Αναστάση … ακούω μια φωνή … μάλλον φταίει το παραγάδι, που τραβούσε τις σκέψεις μου μέσα απ το πηγάδι του μυαλού μου… Αναστάση ακούω πάλι μια φωνή… δεν είναι δυνατόν … γυρίζω προς τη θάλασσα που με καλούσε η φωνή και βλέπω μπροστά μου το Χελιδονάκι … Χελιδονάκι μου εσύ εδώ;;; Πώς βρέθηκες εδώ;;; Αναστάση βρέθηκα εδώ γιατί με έφερες εσύ με το μυαλό σου … γιατί με σκέφτηκες, γιατί με επιθύμησες … γιατί κατάλαβα πως ακόμα με αγαπάς.

Και βέβαια σε αγαπώ, χελιδονάκι μου … πώς βρέθηκες εδώ;; Αν με αγαπάς, Αναστάση, θα σε παρακαλέσω να «μη πεις σε κανέναν πως με είδες» …  Χελιδονάκι μου γλυκό, δε θα το πω σε κανέναν … Χελιδονάκι μου τι όμορφο που είσαι, ίδιο όπως ήσουν πριν … Σσσς μη φωνάζεις σου είπα, τίποτα δεν είναι όπως πριν.

Τι κάνει ο καπετάν Νικόλας και ο καπετάν Περικλής;;; … Αναστάση, έχω περάσει δύσκολα όλα αυτά τα χρόνια, γινήκαν πράγματα που δεν είχα φανταστεί … Οι γαμπροί του καπετάν Περικλή, αποφάσισαν να πάρουν επιδότηση από αυτές που έδινε ο πολιτισμός των Ευρωπαίων, για να αντικαταστήσουν το ξύλινο σκαρί του Κεραυνού με άλλο σιδερένιο, από αυτά που ξεριζώνουν και σκίζουν τα σωθικά της θάλασσας για να χορτάσει η ματαιοδοξία τους ψάρι, θα τους έδιναν λέει τριάκοντα αργύρια, μόνο αν τους έβλεπαν να κόβουν με το πριόνι και με τα ίδια τους τα χέρια το τρεχαντήρι στη μέση … τέτοιο πολιτισμό που πριονίζει την πολιτιστική κληρονομιά ενός άλλου λαού, να το βράσω ξεσπάει σε λυγμούς το Χελιδονάκι … Δεν άντεξε ο φουκαράς ο καπετάν Περικλής και του ‘πεσε ταμπλάς βαρύς πάνω στο κεφάλι και μέσα σε τρείς μέρες έφυγε απ τη ζωή … την άλλη μέρα ο καπετάν Νικόλας με φυγάδεψε απ’ τους δικούς του γαμπρούς και πέρασα με ένα φίλο του στην αποδώ μεριά του Ιονίου … μαράζωσε απ’ τον καημό του μακριά μου και βαριά άρρωστος πήγε να κάνει παρέα στο καπετάν Περικλή … στα λέω σύντομα, εξάλλου πόσα να πεις, μέσα σε τόσες λίγες γραμμές για τούτη τη καταστροφή που βλέπω γύρω μου όλα αυτά τα χρόνια.

Αναστάση ... για δε μιλάς, γιατί δε γράφεις εκείνα τα ωραία ποιήματα που έγραφες μικρός, τότε που μιλούσες για ελευθερία, για τον έρωτα για την αγάπη, για τη φύση που τόσο πολύ σ’ αγάπησε μα συ την απαρνήθηκες… γιατί σιγήσατε όλοι σας … τι πάθατε και κλωθογυρίζετε μεθυσμένοι στις μεγάλες ιδέες … ξέχασες το Χελιδοναβαρκάκι σου που σε πήγαινε βόλτα, δεν αντέχεις πλέον τη μυρωδιά απ το σκίνο το πεύκο και τη μυρτιά που μοσχοβολάει το σκαρί μου;;, Θυμάσαι που μου πετούσες νερό στη πλώρη και μου στράβωνες τα μάτια; θυμάσαι τα βότσαλα που πετούσες στη θάλασσα κι έτρεχα εγώ το ανόητο πριν βουλιάξουν να τα πιάσω; θυμάσαι; … Τι;;; Τι έπαθες Αναστάση μου, κλαίς;;

Πες μου χελιδονάκι μου τι μπορώ να κάνω για σένα και για το πόνο που σου προκάλεσα;; Πήγαινε Αναστάση πίσω εκεί στα μέρη που ζεις και πες σε όλους τους φίλους σου αυτά που είπαμε σήμερα εδώ, πες τους ότι υπάρχουν ακόμα μερικά ξύλινα βαρκάκια σαν και μένα, υπάρχει ακόμα πολιτιστική κληρονομιά στο τόπο μας, ας προσπαθήσουν να την προστατέψουν από τα νύχια της σύγχρονης Ευρώπης. Είναι δυνατόν ένας σύγχρονος πολιτισμός να πριονίζει τη πολιτιστική κληρονομιά ενός άλλου;;; Είναι δυνατόν μια χώρα της Ένωσης να σου κλέβει τα μάρμαρα και να μην σου τα επιστρέφει πίσω;; Αυτή η φυλή των Ευρωπαίων Αναστάση δεν είναι σαν τη δική μας «Αυτοί δεν είναι Φίλοι … είναι Άπαγες». Αναστάση μου επειδή έχω φοβηθεί πολύ απ’ τους ανθρώπους, θα σε παρακαλέσω να μην πεις σε κανέναν που βρίσκομαι … Μην πεις σε κανένα πως με είδες. Oι άνθρωποι δεν είναι κακοί, Χελιδονάκι μου, απλά είναι ευκολόπιστοι, και η αλήθεια είναι ότι δίχως να το θέλουν μπορεί να σε πληγώσουν και να πάθεις κακό.   

Αναστάση … αν με αγαπάς όπως και τότε, αν θέλεις να υπάρχω κάπου μέσα σου, να έρχεσαι που και που να σε βλέπω … φέρε μου και τα παιδιά σου να τα γνωρίσω, αργότερα  τα εγγόνια σου να τα πάω μια βαρκάδα, όπως πήγαινα και σένα όταν ήσουνα μικρός, μόνο έτσι θα καταλάβουν τα παιδιά τι σημαίνει Χελιδονόβαρκα, τι σημαίνει παράδοση, τι σημαίνει πολιτισμός, τι σημαίνει πολιτιστική κληρονομιά και τι σημαίνει Ελλάδα.

Χελιδονάκι μου κλαίς;;;


Το άρθρο δημοσιεύτηκε :
Στη Νομαρχιακή εφημερίδα "Παλμός" στις : 08/07/2016

Σχετικά Άρθρα

Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

Αν με είχες ακούσει δεν θα θαλασσοπνιγόμαστε χρονιάρα μέρα μεσοπέλαγα.

Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο

Δεν ξέρω, αν όλα αυτά που περνούν μέσα απ το μυαλό μου είναι σκέψεις χρήσιμες...

Τι κρίμα

σύντομος στιχουργικός οίστρος ...

Το Φιλαράκι

Βρίσκω ένα “φυλλαράκι” ξεραμένο στο γιαλό