ΤΟ ΘΕΡΙΟΣΚΥΛΟ

ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Τάσος Πασπάλας , , Updated


Το Θεριόσκυλο


Τι μ’ έπιασε κι άρχισα να διαβάζω τούτες τις ωραίες ιστορίες, αυτές που σεργιανάν το μυαλό του ανθρώπου πίσω στο παλιό καλό καιρό. Τότε που ο ουρανός, η θάλασσα, και η στεριά περνούσαν μιαν απέραντη μοναξιά. Διαβάζω αχόρταγα όλες αυτές τις περίτεχνες ιστορίες που πιο πολύ μοιάζουν με ζωγραφιά καμωμένες απ’ το πινέλο ενός ζωγράφου, παρά από τη πένα συγγραφέα. Αυτές οι ιστορίες είναι οι μοναδικές ιστορίες του κυρ’ Φώτη (“Φώτης Κόντογλου”, Αγιογράφος, Ζωγράφος, Συγγραφέας, Δάσκαλος του Παρθένη του Εγγονόπουλου του Τσαρούχη, της σπουδαίας εκείνης εποχής για τα γράμματα και τις τέχνες της γενιάς του ’30). Το σπίτι του υπάρχει ακόμη κάπου εδώ κοντά στη γειτονιά μας, πήγα και το θαύμασα σα να ‘βλεπα τον ίδιο, απλό, λιτό, απέριττο). Ο κυρ Φώτης που λέτε ήταν άγιος άνθρωπος ξεχωριστός, από κείνους που σε κάνουν να αισθάνεσαι σεβασμό για το πρόσωπο και τη πίστη του.

κάθετε και σου περιγράφει αλλοτινούς καιρούς με τόση λεπτομέρεια που νομίζεις ότι βρίσκεσαι εκεί. Τότε που την αγριάδα της θάλασσας δε την είχε αγγίξει καραβιού κοιλιά, μήτε ανθρώπου φτέρνα είχε πατήσει τα χώματα της ταραγμένης γης. Τότε που η γης ακόμα κοιλοπονούσε κι έβγαζε απ’ τα σωθικά της σκουριά και σίδερο και έπλαθε τα βράχια, τα βουνά και τα ποτάμια …. Και ‘ρχεται λοιπόν ο κυρ’ Φώτης και σου εξηγεί με το πολύχρωμο κοντυλοφόρο του, πέτρα πέτρα, βράχο βράχο πως έγινε και φύτρωσε γύρω μας όλη ετούτη η πλάση. Αργότερα σου μιλάει για τους αρχαίους ανθρώπους, για τους μοναχικούς φάρους, τα καράβια τους πειρατές, για το βυθό της θάλασσας και τα ζωντανά της.


Επηρεασμένος από τους αρχαίους ωραίους ανθρώπους του κυρ Φώτη, έψαχνα να βρω λόγια για τα μασκαρέματα που κάνουν οι σημερινοί άνθρωποι «οι άνθρωποι στον άνθρωπο» δηλαδή. Δε βρήκα μια κουβέντα φτιαγμένη με τη λογική για να τη συνταιριάξω, παρά μόνο σκάρωσα δύο στιχάκια που τρέχουν σα νερό απ τα ταραγμένα αχείλι του διψασμένου ανθρώπου. Είναι αυτά τα λόγια που νομίζεις πως δεν τα θυμάσαι κι όμως υπήρχαν στα βιβλία που διάβαζες στο σχολείο, και να , που το μυαλό μου τα φέρνει μπροστά στο στόμα και τα μηρυκάζει έτσι όπως κάνουν τα ζωντανά, τα πλάθει στην ησυχία του, τα συναρμολογεί, και σαν έρθει η κατάλληλη στιγμή, τα βάζει στη σειρά και τα κάμει να κελαηδούν σαν μηχανάκι.


“πριχού να βγει απ τη φωλιά, πριχού να περπατήσει

σάπιο κλαράκι επάτησε να βγει να  κελαηδήσει.”


Ετούτα τα στιχάκια ήρθαν κι έκατσαν στη γλώσσα μου με το που άνοιξα το δέκτη της τηλεόρασης. Σάββατο βράδυ λέω, άγια μέρα για τους οβραίους, σχόλη για τους Χριστιανούς, ας έρθει συντροφιά μας να κάτσει στο σαλόνι του σπιτιού κι ο έξω κόσμος.

Τι να δω, δεκατετράχρονα και δεκαεξάχρονα κοριτσόπουλα, παραλλαγμένα σα καλικάτζαροι της αποκριάς απ τις πολλές μπογιές στα μάτια, στα χείλη και στα πρόσωπα. Κάθονταν σταυροπόδι πάνω σε ψηλά σκαμπό περιμένοντας με αγωνία απ τα σοφά στόματα της επιτροπής να λαμπαδοφωτίσουν με συμβουλές τις άβγαλτες ψυχές τους, να ακούσουν διάτες για το πως θα βγουν να κελαηδήσουν στο “σάπιο κλαρί” της κοινωνίας. Αυτό είδα εγώ άλλοι το λέγαν πολιτισμό και άλλοι Xfactor.


Δεν πίστευα στα μάτια μου με τούτα τα περίεργα που έβλεπα αποβραδίς στο δέκτη, τόσο πολύ ο κόσμος άλλαξε και εγώ δεν πήρα μυρωδιά; Τόσο πολύ εγώ έμεινα πίσω και δεν αναγνωρίζω τούτα τα μασκαρέματα που λεν πως είναι μόδα; Μπας και έγινα γεροπουριτανός κι άδικος στα μοντέρνα κελεύσματα και τα παιχνίδια των καιρών. Ρε μπας και αδικώ τους γραμματιζούμενους οραματιστές της απογευματινής τηλεοπτικής ζώνης;


Κι άρχισα αλαφιασμένος να τρέχω προς τα πίσω, κει που η ιστορία έγραψε και έραψε και τη δική μας γούνα κοντά τα 1977 με ‘80. Μαθητής λυκείου στη Λαμία. Ήταν η εποχή που φούντωναν στις ντίσκο οι Ροκάδες και οι Καρεκλάδες. Μόλις είχε καταλαγιάσει η «καμπάνα παντελόνι», τα κόκκινα ροζ φούξια, λουλουδάτα χρώματα και το επιμελώς ατημέλητο μακρύ μαλλί. Ιδέες κι οράματα ανακατεμένα με ανεμελιά, πουκάμισο ανοιγμένο μέχρι την αγκράφα του παντελονιού, και μέσα απ’ το πουκάμισο πάνω στο τριχονιόφυτο στήθος κρεμασμένος ασημένιος σταυρός κατιτίς μικρότερος απ το σταυρό του Μαρτυρίου. Και τώρα που έπιασα στο στόμα μου το Χριστό, σκέφτηκα κάτι λόγια απ’ αυτά που σκέφτεται όταν βρίσκεται μόνος του ο άνθρωπος και δε τα λέει παραπέρα. Δε τα λέει παραπέρα, γιατί θα πρέπει να μοιάζει προς τα έξω καθώς πρέπει. Μάλιστα αν τον καβαλήσει ο διάβολος και ο εγωισμός για καρέκλες και αξιώματα στη τοπική ή στη παραπέρα κοινωνία, τότε έρχεται και μοιάζει με όλο τον υπόλοιπο  “ηθικό χυλό”.


Και μετά απ αυτή τη σκέψη με πιάνει τούτο το παραλήρημα σα να ‘χω πυρετό 40 κι αρχίζω να αναφωνώ… Μήτε Παπάς μηδέ Διάκος δε υπάρχει σε τούτη τη πόλη; Μήτε Δάσκαλος μήδε Δήμαρχος με ανοιχτά αυτιά; Μήτε πιστός μήτε άπιστος καλόγνωμος να πει μια σεβαστή κουβέντα; να μαζώξει τον κόσμο, να βγάλει ένα λόγο ρε αδερφέ για τούτο το ξόφθαλμο εμπόριο παιδικών ψυχών;  Για τούτο εδώ το πράμα ομιλώ κύριοι που γίνετε μέσα στη πόλη και περνάει μέσα στα σπίτια, και το βλέπουν αδιαμαρτύρητα, γονείς, παιδιά, γερόντοι και Χριστιανοί συνάμα;

Κι όσο ο πυρετός παρέμενε εκεί ψηλά στον αριθμό  40 επί της Αναστάσιμης κεφαλής μου, άλλο τόσο μονολογούσα … Έφυγε ο κόσμος απ τα ζύγια του…, γυρίζει γύρω γύρω στον αέρα σαν τρελός, σαν χαρταετός που του κόπηκε η ουρά. Από τότε που ο άνθρωπος βάρεσε μία με τη πέτρα κι έκοψε την ουρά που ‘χε πίσω του, μόνο συμφορές τον βρίσκουν, γυρίζει γύρω γύρω και δεν ξέρει τι του φταίει, δεν έχει που να πιαστεί. Η ουρά που είχε πίσω του κάποτε ο άνθρωπος ήταν κι απ’ το μυαλό του ακόμα πιο χρήσιμη. Δες το σκύλο, άμα δεν ξέρει τι του φταίει, γυρίζει και κυνηγάει την ουρά του, άμα του κόψεις την ουρά τρελαίνεται, αγριεύει κι έρχεται και γίνεται Θεριόσκυλο χειρότερο κι απ τον άνθρωπο, και κει που τον ταΐζεις τον ποτίζεις και σου κάνει τα χατίρια, γυρίζει και σε κάνει μια χαψιά.


Τα παλιά τα χρόνια, τότε που η ιστορία έραβε και τη δική μας γούνα υπήρχαν στη τηλεόραση σπουδαίοι άνθρωποι που κρατούσαν τα ζύγια, τα ίσια της κοινωνίας και της νεολαίας. Υπήρχαν στο γυαλί σπουδαίοι άνθρωποι σαν το Φρέντυ Γερμανό, το Γιώργο Παπαστεφάνου, το Μίκη Θεοδωράκη, το Μάνο Χατζιδάκη, τον Οδυσσέα Ελύτη, το Σεφέρη, το Γιάννη Ρίτσο, το Νίκο Γκάτσο, το Λευτέρη Παπαδόπουλο, και πιο παλιά το Νίκο Καζατζάκη, αυτόν που για τα λεγόμενα και τα γραφόμενά του τον αφόρισε η εκκλησία και μετά θάνατον χάζευε το έργο του και αναγάλλιασε η φτωχολογιά μπροστά στην ασπρόμαυρη τηλεόραση με το  “Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται”.


Ο Χριστός ξανασταυρώνεται κάθε μέρα Παπά μου, σε σένα το λέω που τον αφόρισες, αν ο Χριστός ζούσε σήμερα δεν θα ήθελε ολημερίς κι ολονυχτής να κάθεσαι στο μεγαλοπρεπή σου οίκο να τον υμνείς, στο πεζοδρόμιο θα σού ‘λεγε έλα με βρεις. Εκεί κοντά στους ανθρώπους, στα σχολεία, στα βιβλία, και από το να με υμνείς πρωί και βράδυ καλύτερο είναι να παλέψεις για “τα δίκια του ανθρώπου”.


Βγες έξω παπά μου να ραντίσεις τον κόσμο με σοφία, βγες έξω να δεις από τι πεθαίνει ο σημερινός άνθρωπος. Βγες έξω και πες μια κουβέντα για το δίκιο, για τα δικαιώματα, για την ελευθερία, για τα γράμματα, για τη τέχνη, για την επιστήμη. Από αυτή τη τροφή έχει ανάγκη ο σημερινός άνθρωπος για να μερέψει. Για πόσο θα κάθεσαι μέσα στη θαλπωρή του υπέρλαμπρου ναού σου να ψάλλεις Ύμνους στο Θεό στον Υιό και στη μητέρα του. Πότε ο Πανάγαθος σου ζήτησε να κάθεσαι «όλη μέρα να τον υμνείς κι απ’ την άλλη να αγνοείς το δίκιο του ανθρώπου” … πότε ;;; Κάνε πως μιλάς για το δίκιο και για δικαιοσύνη την Κυριακή στο εν Χριστό Διακονία σου πλήρωμα και κάτσε μετά και μέτρα πόσοι από τους πιστούς που έρχονται για άφεση αμαρτιών, θα γίνουν “εν τω μέσω της νυχτός οχτροί σου”… Τούτο εδώ «το δίκιο» είναι παπά μου που χαλάει και συνάμα πονάει τους ανθρώπους και την κοινωνία, για τούτο το δίκιο βγες έξω να παλέψεις.


Αλήθεια όμως είναι, ότι οι άνθρωποι που ‘χουν τέτοιες ανησυχίες δε βλέπουν στη ζωή τους χαΐρι. Αυτοί που εκφράζουν ανησυχίες πεθαίνουν κολασμένοι κι αφορεσμένοι κι αφού περάσουν τα χρόνια και τα σκουλήκια φάνε το κορμί τους, έρχεται το πνεύμα τους και λευτερώνεται κι ανασταίνονται μαζί με το πνεύμα και τα λόγια τους. Είναι αυτά τα σοφά λόγια που αναμασάμε εμείς σήμερα, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λένε.


Πείτε μου αν ζούσε σήμερα ο Χριστός, σε ποιόν από αυτούς τους μεγαλόπρεπους ναούς θα έμπαινε μέσα να κάνει το κήρυγμά του … σε κανένα. Ποιόν παπά θα αγκάλιαζε με τόσα χρυσά και πλουμιστά άμφια πάνω του … κανένα. Σε ποια εμποροπανήγυρη θα περιέφερε τον εσταυρωμένο, το Χρυσό ευαγγέλιο, τα χρυσά εξαπτέρυγα και τα παπαδάκια του … σε καμία. Όλη τούτη η εκμετάλλευση γίνηκε απ’ τον άνθρωπο μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει το συμφέρον του, τις ορέξεις του, το δικαίωμα στην κυριαρχία και τον υπέρμετρο εγωισμό του… Όλα τούτα γίνονται για να έρχονται, οι προύχοντες, οι προεστοί και οι “διάφοροι ρηχοί” τοπικοί παράγοντες να σταυρώνουν τα χέρια, να κλείνουν ταπεινά και ευλαβικά τη κεφαλή μπροστά στο φιλοθεάμον κοινό και να περιφέρονται στη πόλη ως άλλαι μωραί παρθέναι.


Είμαι σίγουρος πως, αν είχε ‘ρθει κείνο το βράδυ ο Χριστός στο σαλόνι που ‘βλεπα  τηλεόραση, δεν θα ‘χα παραφρονήσει τόσο. Θα μου ‘λεγε εκείνος μια κουβέντα, κάτι θα του ΄λεγα και εγώ, και κάπου στη μέση θα τα βρίσκαμε, κι αν είχε ανακαλύψει και τη καλλιφωνία μου σίγουρα θα αφιερώναμε στα 14χρονα και 16χρονα του Xfactor το «Ω Γλυκύ μου έαρ γλυκύτατόν μου τέκνον … που έδυ σου το κάλος».


Και τώρα εγώ παπά μου τι είμαι; Χριστιανός; Άθεος; αμαρτωλός; ή Παλαβός;

Μέσα στην απελπισιά μου κοιτάζω πίσω, από κάπου να πιαστώ ρε αδερφέ και πέφτω πάνω στη κομμένη μου ουρά, κι από τα νεύρα είμαι έτοιμος σαν Θεριόσκυλο να κάνω μια χαψιά όποιον βρω μπροστά μου.

Να που χρησίμευε η ουρά τ’ ανθρώπου.



Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Νομαρχιακή Εφημερίδα  "Παλμός" στις : 20/05/2016.

Σχετικά Άρθρα

Χριστούγεννα στα Γιαλόσπιτα

Αν με είχες ακούσει δεν θα θαλασσοπνιγόμαστε χρονιάρα μέρα μεσοπέλαγα.

Μια Πεταλούδα στο Αιγαίο

Δεν ξέρω, αν όλα αυτά που περνούν μέσα απ το μυαλό μου είναι σκέψεις χρήσιμες...

Τι κρίμα

σύντομος στιχουργικός οίστρος ...

Το Φιλαράκι

Βρίσκω ένα “φυλλαράκι” ξεραμένο στο γιαλό